Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Κριτική του Νίκου Δοντά για το μιούζικαλ «Kiss me Kate»



Από αριστερά: Νάντια Κοντογεώργη, Χάρης Ρώμας, Ειρήνη Καράγιαννη και Χάρης Ανδριανός στη σκηνή του Ηρωδείου.

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ με τίτλο "Κόουλ Πόρτερ όπως Χέντελ στο Ηρώδειο" στην καθημερινή
http://www.kathimerini.gr

Όχι ένα, αλλά δύο μιούζικαλ προγραμμάτισε φέτος το Φεστιβάλ Αθηνών, σαν να ήθελε να πείσει ακόμη και όσους είχαν απομείνει με αντίθετη γνώμη, πως η σχέση του με την εμπορική ελαφρά μουσική, ελληνική και ξένη, είναι εμφανώς καλύτερη απ’ ό,τι με την κλασική. Το γεγονός ότι στη συνέχεια λόγω κρίσης ακυρώθηκαν πρωτίστως συναυλίες κλασικής μουσικής και όπερας, ενισχύει τη διαπίστωση.

Ακόμη και αν δεχτεί κανείς αυτές τις προτεραιότητες, οι απορίες σχετικά με την παραγωγή του «Kiss me Kate» υπήρξαν αρκετές. Κατ’ αρχάς, τα μιούζικαλ, είτε παρουσιάζονται από εμπορικούς είτε από κρατικούς θιάσους, δίδονται συνήθως για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή ως λαϊκά θεάματα στοχεύουν και στο κέρδος. Το Φεστιβάλ, αντίθετα, παρουσίασε το έργο του Κόουλ Πόρτερ για μία και μόνη βραδιά, στις 24 Ιουνίου, μετατρέποντας έτσι μια οικογενειακή διασκέδαση, ένα θέαμα που εξ ορισμού απευθύνεται στους πολλούς, σε εκλεκτή βραδιά για λίγους.


Επιπροσθέτως, παρουσίασε το έργο στον πλέον ακατάλληλο από τους τόσους χώρους του, το Ηρώδειο. Ετσι, ακύρωσε στην πράξη δύο από τα βασικότερα στοιχεία μιας παραγωγής μιούζικαλ, τα σκηνικά και τη χορογραφία. Προφανώς η χορογραφία του Τζον Τοντ όφειλε να προσαρμοστεί στην περιορισμένου χώρου επιμήκη σκηνή του ρωμαϊκού ωδείου, ενώ σκηνικά απλώς δεν υπήρχαν.

«Αμερικανικό όνειρο»

Η μεγαλύτερη απορία αφορά, βεβαίως, την επιλογή του έργου, το οποίο περίπου εβδομήντα χρόνια μετά τη σύνθεσή του (1948) μοιάζει εξαιρετικά δεμένο με την εποχή και τον τόπο στον οποίο γράφηκε. Οι τελικές φράσεις της Κέιτ αφορούν τη γυναίκα που είναι γεννημένη να υπακούει, να υπηρετεί και να ευχαριστεί. Απλοϊκά διατυπωμένες όπως είναι στο συγκεκριμένο κείμενο, ταιριάζουν άριστα στο «αμερικανικό όνειρο» του 1950, εποχή στην οποία ανήκει το έργο και στην οποία το τοποθέτησαν οι σκηνοθέτες Πάρις Μέξης και Γιώργος Πέτρου, όπως επίσης η ενδυματολόγος Αλεξία Θεοδωράκη. Η εμμονή με τα «φίφτις», αμερικανικά ή ιταλικά, δεν είναι νέα: χρονολογείται τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980, όταν Αμερικανοί σκηνοθέτες κατέκλυσαν τα ευρωπαϊκά θέατρα όπερας και προσέφεραν σε αρκετές περιπτώσεις ενδιαφέρουσες αναγνώσεις. Σήμερα αποτελεί πλέον συνηθισμένη, ασφαλή επιλογή, που σε έργα όπως το «Kiss me Kate» εξαντλείται στη νοσταλγία.

Ασφαλώς το μιούζικαλ του Πόρτερ δεν είναι το μόνο με αδύναμο κείμενο, του οποίου οι διάλογοι δύσκολα μπορούν να υποστηριχτούν σήμερα από τους ερμηνευτές. Πιο προβληματικό είναι μάλλον ότι η μουσική διαθέτει σε σημαντικά μικρότερο βαθμό την ποικιλία, τη δύναμη, τη ζωντάνια, την έμπνευση ενός «West Side Story», λόγου χάριν, που γράφηκε λίγα χρόνια αργότερα. Ειδικά στο πρώτο μέρος του έργου η μία νοσταλγική μελωδία ακολουθεί την άλλη χωρίς τέλος. Συνηθισμένος να παρουσιάζει μπαρόκ όπερες στην αρχική ή στην πλήρη εκδοχή τους, ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου δεν προέβη σε περικοπές και συντομεύσεις, με αποτέλεσμα μια παράσταση τρεισήμισι ωρών, που δεν απέφυγε τους πλατειασμούς.

Ετερόκλητες ερμηνείες

Βεβαίως, στον Πέτρου και στη διευρυμένη Καμεράτα οφείλεται το μεγαλύτερο μέρος επιτυχίας της παράστασης. Μέγιστη πολυτέλεια ότι η παραγωγή στηρίχτηκε από τέτοιους έξοχους μουσικούς, για τους οποίους τα στροφικά τραγούδια και τα χορευτικά νούμερα του Πόρτερ αποτελούσαν περίπατο. Με μεγάλη πείρα στο λυρικό θέατρο, ο Πέτρου διασφάλισε τον θεατρικό ρυθμό της παράστασης και συνόδευσε πολύ καλά τους ερμηνευτές. Ειδική μνεία οφείλει κανείς στα χάλκινα πνευστά, που συνεισέφεραν λαμπερό ήχο, στον Δημήτρη Γιάκα, ο οποίος έλαμψε στο πιάνο, αλλά και στον Δημήτρη Δεσύλλα, καθώς τα κρουστά στο έργο αυτό έχουν αναβαθμισμένο ρόλο.

Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι υποδύθηκαν δύο άξιοι τραγουδιστές όπερας, η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη ως Κατερίνα και ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός ως Πετρούκιος. Τραγούδησαν με μικρόφωνο, εργαλείο που απαιτεί διαφορετικό έλεγχο της φωνής, και δεν βοηθήθηκαν από τη συνολικά προβληματική μικροφωνική εγκατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, λόγω και της σκηνικής τους άνεσης, απέδωσαν με επιτυχία τα φωνητικά μέρη, όπως επίσης την πρόζα. Ο Ανδριανός ανέδειξε κυρίως την κωμική πλευρά ενός ρόλου στον οποίο αναμένει κανείς πρωτίστως ένα γοητευτικό, επιβλητικό αρσενικό, ενώ η Καράγιαννη διέθετε την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας με άποψη.

Περισσότερο στο πνεύμα του έργου ήταν το δεύτερο ζευγάρι, καθώς τόσο η Νάντια Κοντογεώργη (Μπιάνκα) όσο και ο Ιάσονας Μανδηλάς (Λουκέντιος) είναι εξοικειωμένοι με το μιούζικαλ: διέθεταν τελείως διαφορετική άνεση στην κίνηση και στον χορό, όπως επίσης την αναμενόμενη αισθητική τραγουδιού. Απολαυστικό υπήρξε το γνήσια κωμικό ζευγάρι που ενσάρκωσαν οι Αλέξανδρος Μυλωνάς και Δημήτρης Ναλμπάντης. Στυλιστικά, οι δυο τους ήταν στο ίδιο μήκος κύματος και επιπλέον άριστα συντονισμένοι: το τελικό τους ντουέτο (το μόνο που δόθηκε στα ελληνικά), όπως επίσης το νούμερο της Κοντογεώργη στο β΄ μέρος, ανήκαν στις κορυφαίες στιγμές της παράστασης.

Στον ρόλο του Μπατίστα, πατέρα της Κατερίνας, ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε με την πείρα των δεκαετιών του στο σανίδι και στα μιούζικαλ, επιστρατεύοντας γνωστές ατάκες από κινηματογραφικές του επιτυχίες. Ως ναύαρχος Χάουελ ο Χάρης Ρώμας προσέφερε μια επιτομή των τηλεοπτικών του ρόλων. Πολύ καλοί ήταν οι Γιάννης Φίλιας (Ορτένσιος) και Μιχάλης Ψύρρας (Γκρέμιος), όπως επίσης η Κατερίνα Τσιριμώνα (Χάτι) και ο Αποστόλης Ψυχράμης (Ραλφ). Το έργο δόθηκε με διαλόγους στα ελληνικά σε μετάφραση των Μέξη και Πέτρου και με τραγουδιστά μέρη στα αγγλικά.

Μιας και στη χώρα μας τα αρχεία δεν αποτελούν προτεραιότητα, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι το «Kiss me Kate» είχε ανέβει από την Εθνική Λυρική Σκηνή τον Νοέμβριο του 1970 σε μετάφραση της Ευγενίας Συριώτη και με διανομή που σε εποχές χωρίς μικρόφωνα συγκέντρωνε αστέρες όπως η Ανθή Ζαχαράτου και η Λέλα Ζωγράφου στον ρόλο της Κέιτ, ο Γιώργος Τερζάκης και ο Ανδρέας Κουλουμπής στον ρόλο του Πετρούκιου. Η μουσική διεύθυνση ήταν του Βύρωνα Κολάση, η σκηνοθεσία του Αλεξάντερ Πίχλερ και οι χορογραφίες της Ελεν Τσουκαλά. Η παράσταση παίχτηκε με επιτυχία για δύο καλλιτεχνικές περιόδους και παρουσιάστηκε επίσης στη Θεσσαλονίκη.Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου