Το «Bella Ciao» είναι ένα ιταλικό αντιστασιακό τραγούδι του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η μουσική του τραγουδιού φαίνεται να είναι εμπνευσμένη από κάποιο παλιό παραδοσιακό τραγούδι, ενώ είναι άγνωστο από ποιον έχουν γραφεί οι στοίχοι. Το τραγούδι αυτό έχει αναπαραχθεί και διασκευαστεί από διάφορους καλλιτέχνες, στα Ιταλικά, Αγγλικά, Ρώσικα, Βοσνιακά, Κροατικά, Σέρβικα, Ουγγρικά, Ισπανικά, Φιλανδικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ιαπωνικά, Κινέζικα, και Κουρδικά. Ιστορικό
Η μελωδία του τραγουδιού ήταν ήδη γνωστή και την τραγουδούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα οι γυναίκες που μάζευαν ρύζι στις φυτείες της ιταλικής επαρχίας Terre d'Acqua κοντά στην Μπολόνια. Οι στίχοι του τραγουδιού κατηγορούν τις δύσκολες συνθήκες εργασίας στον καυτό ήλιο. Η πρώτη γνωστή ερμηνεία του το 1906 έχει την μορφή αντίδρασης κατά του αφεντικού, που «με ένα ραβδί στο χέρι »παρακολουθεί τους εργάτες, χαραμίζει την ζωή των γυναικών και δεν πληρώνει τους μισθούς. Η μέρα όμως πλησιάζει, που οι εργάτριες θα απελευθερωθούν. Το τραγούδι έγινε παγκόσμια γνωστό όταν το τραγουδούσε η ιταλική αντίσταση ενάντια στον φασισμό κατά την διάρκεια του Β 'παγκοσμίου πολέμου. Στην διασκευή αυτή οι στίχοι του τραγουδιού εξυμνούν τον απελευθερωτικό αγώνα των παρτιζάνων και τον ηρωικό τους θάνατο.
Στίχοι στα Ιταλικά
Una mattina mi γιος svegliato, o bella, ciao! bella, ciao! bella, ciao, ciao, ciao! Una mattina mi γιος svegliato, e ho trovato l'invasor. O Partigiano, μέσω portami, o bella, ciao! bella, ciao ! bella, ciao, ciao, ciao! O Partigiano, μέσω portami, ché mi sento di morir.E se io muoio da Partigiano, o bella, ciao! bella, ciao! bella, ciao, ciao, ciao! E se io muoio da Partigiano, tu mi devi seppellir.E seppellire Lassù in montagna, o bella, ciao! bella, ciao! bella, ciao, ciao, ciao! E seppellire Lassù in montagna, sotto l'ombra di un bel fior.E le genti che passeranno , o bella, ciao! bella, ciao! bella, ciao, ciao, ciao! E le genti che passeranno, Mi diranno «Che bel fior!» «Θ questo il Fiore del Partigiano», o bella, ciao! bella, ciao! bella, ciao, ciao, ciao «È questo il Fiore del Partigiano, Morto per la libertà!»!
Διεθνείς εκδόσεις
Εκτός από το ιταλικό πρωτότυπο, το τραγούδι έχει καταγραφεί από διάφορους καλλιτέχνες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες
Η Ιταλική μπάντα Banda Bassotti κατέγραψε το τραγούδι για το 1993 στο άλμπουμ τους, Bella Ciao .
Το ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα Savage Rose από τη Δανία ερμήνευσε μια έκδοση αυτού του τραγουδιού για το άλμπουμ En Vugge Af Stål από το 1982 ΚΑΙ ΙΙα Og Frihed (1989).
Σαν Φρανσίσκο η πανκ μπάντα La Plebe «Bella Ciao» στο λεύκωμά τους, Brazo en Brazo .
Ο Manu Chao έχει ερμηνεύσει επίσης μια έκδοση του τραγουδιού.
Η American folk / rock μπάντα Foolproof Four ερμήνευσε μια έκδοση του "Bella Ciao" το 2011. Ciwan Haco έχει συμπεριλάβει το τραγούδι στο δίσκο του CAW Bella 1989 - Μπόχουμ -. Γερμανία [7]
The tune has been copied in a song in the Tollywood movie Business Man, starring Mahesh Babu, Music by S.S.Thaman.
Η ιταλική Skapunk-Band Talco συμπερίλαβε το τραγούδι στο λεύκωμα του 2006 τους Combat Circus .
Anglo-American group Morning Bride have played the song live and on the radio.
Irish band NoLand Folk recorded a version for their 2007 album Never Going Home.
από τους "Hoşçakal", στο λεύκωμά τους Daima! , το 2011 στη Τουρκική ταινία Bandista . [8]
Ukrainian singer Orest Lyutiy - "Не буду більше врагам коритись" (I will never bow again before the enemies).
In December 2013, during the Ukrainian "Euromaidan", the song was titled as "Vitya, Chao!" to the same tune performed by the journalist Olga Hutoryanets.
Argentinian band El violinista del amor & los pibes que miraban recorded their version in 2013 for the album El violinista del amor & los pibes que miraban contra los fantasmas.
German folk duo Zupfgeigenhansel recorded a free adaption on their 1982 album Miteinander[10] that, instead of glorifying the death of the partisan, paints him as a reluctant anti-hero who is scared and despises war, but feels he has no other choice because of the atrocities he has seen.[11]
Thai anti-fascism band, "Faiyen" record a Thai version of the song called "Sakdina". It is used by the Red Shirts anti-fascism group during 2011 to present.
Ο Νικόλαος Αστρινίδης Nicolas Astrinidis, 6 Μαΐου 1921 - 10 Δεκεμβρίου 2010 ήταν Ελληνορουμάνος συνθέτης, αρχιμουσικός, πιανίστας, και παιδαγωγός. Θεωρείται ένας από τους τελευταίους αντιπροσώπους[1] της εθνικής σχολής και από τους κορυφαίους Έλληνες συμφωνιστές της μεταπολεμικής περιόδου.[2]
"Άγιος Δημήτριος" του Ν.Αστρινίδη
"Κύριλλος και Μεθόδιος" του Ν.Αστρινίδη
Τα νεανικά χρόνια του Μέγα Αλέξανδρου του Νικόλαου Αστρινίδη
Περισσότερα βίντεο για να ακούσετε τις συνθέσεις του Νικόλαου Αστρινίδη στην ερευνητική ιστοσελίδα, Stanford University Nicolas Astrinidis (1921-2010)
Βιογραφικά στοιχεία
Έλληνας της Βαλκανικής Διασποράς, ο Αστρινίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Άκερμαν της Βεσσαραβίας στην Ρουμανία. Ο πατέρας του, μετανάστης από το Σκοπό της Ανατολικής Θράκης, δημιούργησε σημαντική περιουσία στην τσαρική Ρωσία. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, κατέφυγε στη Βεσσαραβία, προσαρτημένη εκείνη την εποχή στην Ρουμανία, όπου παντρεύτηκε μια Ρουμανορωσίδα και απέκτησε τρεις γιους. Παρά την ισχυρή Ελληνική συνείδηση στην οικογένεια, κανείς δεν μιλούσε Ελληνικά. Ο συνθέτης μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της μεσοπολεμικής Ρουμανίας και ήδη από την εφηβική του ηλικία έδειξε σημαντική κλίση στη μουσική. Ικανοποιώντας πατρικές επιθυμίες σπούδασε Χημεία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, ενώ ταυτόχρονα φοίτησε στο Ωδείο της ίδιας πόλης.[3] Καταλυτική για την καλλιτεχνική του ανάπτυξη υπήρξε η επιρροή του Dinu Lipatti, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, και τού πρόσφερε ιδιωτικά μαθήματα στο πιάνο και τη σύνθεση.
Η έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου έφερε σύντομα χάος και στην Ρουμανία. Η Σοβιετική εισβολή του 1940 χώρισε την οικογένεια Αστρινίδη στα δύο. Μετά από κινηματογραφικές περιπέτειες, ο συνθέτης και οι γονείς του κατάφεραν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή. Ο Αστρινίδης κατατάχθηκε στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία και υπηρέτησε στην 335η μοίρα καταδιώξεων υπό τον θρυλικό Βαρβαρέσο. Τα δύο χρόνια που πέρασε στο μέτωπο της Λιβύης υπήρξαν τα πλέον δραματικά για την έκβαση του πολέμου. Ένας τραυματισμός στο πόδι και η ακόλουθη παρασημοφόρηση (Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων) έφεραν τον συνθέτη στοΚάιρο, την πλέον κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα του κόσμου. Εκεί ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως πιανίστας και συνθέτης, δίνοντας περίπου 80 συναυλίες για τα Ελληνικά και Συμμαχικά στρατεύματα. Το 1944 έλαβε το Πρώτο Βραβείο Πιανιστικής Ερμηνείας και Σύνθεσης στο φημισμένο Eisteddfod Festival με την Κυπριακή Ραψωδία και τον επόμενο χρόνο (1945) διηύθυνε στην Όπερα του Καΐρου το συμφωνικό του έργο Οιδίπους Τύραννος.
Μετά την αποστράτευσή του το 1947 πήγε στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Schola Cantorum παίρνοντας διπλώματα δεξιοτεχνίας πιάνου και σύνθεσης με βαθμό άριστα. Σχεδόν αμέσως άρχισε συνεχείς περιοδείες ως πιανίστας σε όλο τον κόσμο δίνοντας περισσότερες από 3000 συναυλίες είτε ως σολίστ είτε σε σύμπραξη με άλλους καλλιτέχνες. Συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τον βιολοντσελίστα Bernard Michelin και με τους βιολονίστες Christian Ferras, Henryk Szeryng και Jacques Thibaud, ενώ έχει ηχογραφήσει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς των περισσότερων μεγάλων πρωτευουσών του κόσμου. Συμμετείχε, επίσης, στα Φεστιβάλ Αθηνών και Οχρίδας. Το 1949 ο μουσικός οίκος "Ricordi Ameri-cana" εξέδωσε έργα του για πιάνο. Η α' εκτέλεση του συμφωνικού του ποιήματος "Ο Πύργος της Μοναξιάς" δόθηκε στο Theatre des Champs-Elysees, στο Παρίσι, το 1950 από την Οrchestre de la Societe des Concerts du Conservatoire και αναμεταδόθηκε από το Εθνικό Δίκτυο της Γαλλικής Ραδιοφωνίας. Επίσης, το έργο του "Fantaisie Concertante" για βιολί και πιάνο εκτελέστηκε στην Salle Gaveau στο Παρίσι το 1951 και στο Φεστιβάλ του Αμβούργου το 1952. Στην τριετία 1959-1962 βρέθηκε σχεδόν μόνιμα στη Μαρτινίκα των Γαλλικών Αντιλλών, όπου ύστερα από εντολή της Γαλλικής Κυβέρνησης μαζί με την Colette Frantz ίδρυσαν και διηύθυναν μουσική σχολή, ενώ ο ίδιος ίδρυσε και διηύθυνε την Ορχήστρα Δωματίου των Γαλλικών Αντιλών. Από το 1965 και ως το 1986 ήταν διευθυντής της Φιλαρμονικής και της Μικτής Χορωδίας του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Τον επόμενο χρόνο (1966) παρουσίασε στα "Α' Δημήτρια" τα ορατόριά του "Άγιος Δημήτριος" και "Κύριλλος και Μεθόδιος". Στα πλαίσια της ίδιας διοργάνωσης εκτελέστηκαν το ορατόριό του "Ψαλμοί" (1968) και η "Συμφωνία 1821" (1971). Από το 1970 έχει πραγματοποιήσει 15 περίπου περιοδείες με την τριπλή του ιδιότητα στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Μουσικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος, ενώ διετέλεσε και μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της κίνησης για τη δημιουργία Όπερας στη Θεσσαλονίκη, διηύθυνε μερικές από τις πρώτες παραστάσεις της Όπερας Θεσσαλονίκης, ενώ αργότερα ίδρυσε και διηύθυνε τις παραστάσεις της Όπερας Δωματίου Βορείου Ελλάδος.
Από το 1979 διευθύνει τη Μαντολινάτα Θεσσαλονίκης και από το 1980 είναι διευθυντής του Μακεδονικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Έχει τιμηθεί με το Μετάλλιο του Τάγματος Γεωργίου Α' (1962). Είναι μέλος της Γαλλικής "Ένωσης Συγγραφέων, Συνθετών και Μουσικών Εκδοτών" (S.A.C.E.M., Παρίσι), της "Διεθνούς Εταιρείας Σύγχρονης Μουσικής"(Παρίσι) και της "Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών"- Αθήνα. Το συνθετικό του έργο, αναγνωρισμένο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '40, περιλαμβάνει ορατόρια, συμφωνικά έργα, συνθέσεις για πιάνο, και μουσική δωματίου, σκηνική μουσική και τραγούδια, ενώ πρόσφατα αποτέλεσε θέμα διπλωματικής εργασίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτέλειο Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Συναυλίες αποκλειστικά αφιερωμένες στο έργο του έχουν δοθεί σε πολλές πόλεις του κόσμου. Σταδιοδρομία
Η διεθνής σταδιοδρομία του Αστρινίδη (1947-1964) υπήρξε εντυπωσιακότατη, περιλαμβάνοντας περίπου 3000 συναυλίες σε τέσσερις ηπείρους, συνεργασίες με κορυφαίους σολίστ (Jacques Thibaud, Henryk Szeryng) και πρεμιέρες σε σημαντικές αίθουσες και φεστιβάλ. Οι συνεχείς μετακινήσεις όμως περιόρισαν τη συνθετική του δραστηριότητα. Μολονότι η εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη τον έκοψε από τη διεθνή σκηνή, τού πρόσφερε χρόνο να συνθέσει μεγάλα συμφωνικά έργα σε θέματα της προτίμησής του. Επίσης είχε την ευκαιρία να πρωτοπορήσει στη δημιουργία καλλιτεχνικών δεσμών με Βαλκάνιες χώρες, ιδιαίτερα τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Για 21 χρόνια διετέλεσε αρχιμουσικός[4] της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Δήμου Θεσσαλονίκης. Στις 14 Μαρτίου του 1990 έγινε συναυλία[5] προς τιμήν του με τις Μαρία Τάνη, Έφη Χατζηδημητρίου και άλλες καλλιτέχνιδες από τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει χορωδία με το όνομα του. Επίσης ήταν καλλιτεχνικός σύμβουλος στην Κυπριακή Ακαδημία μουσικής [6]. Εργογραφία
Έγραψε τα έργα Άγιος Δημήτριος, Κύριλλος και Μεθόδιος, Νεανικά χρόνια του Μέγα Αλέξανδρου, Κυπριακή ραψωδία[7] (1944-1945), Δύο κομμάτια σε ελληνικό ύφος,Συμφωνία 1821 κ.α.
Τη συστηματική καταγραφή και μελέτη του έργου του έχει αναλάβει ο Δρ. Ηλίας Χρυσοχοΐδης, συγγραφέας της διπλωματικής εργασίας Το συνθετικό έργο του Νίκου Αστρινίδη: Μια πρώτη προσέγγιση (Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, 1992)[8] και της μονογραφίας Νίκος Αστρινίδης (1921-2010): Βιογραφία - Κατάλογος έργων.[9] Ιστοσελίδες
1 Betty et Zorg 0:00 2 Des Orages Pour la Nuit 02:28 3 Cargo Voyage 05:47 4 La Poubelle Cuisine 07:23 5 Humecter la Monture 09:12 6 Le petit Nicolas 11:02 7 Gyneco Zebre 15:03 8 Comme les deux Doights de la main 16:49 9 Zorg et Betty 18:02 10 Chile con carne 20:20 11 C'est le vent,Betty 23:37 12 Un Coucher de soleil accroche dans les arbres 27:53 13 Lisa rock 29:02 14 Le coeur en skai mauve 30:24 15 Bungalow Zen 31:45 16 37°2 Le Matin 33:18 17 Maudits Maneges 36:16
Το Τριστάνος και Ιζόλδη (γερμ. Tristan und Isolde) είναι όπερα σε τρεις πράξεις του Ρίχαρντ Βάγκνερ, σε γερμανικό λιμπρέτο του ιδίου, βασισμένο κατά ένα μεγάλο μέρος στην ομώνυμη μυθιστορία του Γκότφρηντ φον Στράσμπουργκ. Η όπερα συντέθηκε μεταξύ 1857 και 1859 και έλαβε την πρεμιέρα της υπό την διεύθυνση του Χανς φον Μπύλο (Hans von Bülow) στο Μόναχο, στις 10 Ιουνίου 1865.
Bussiere Tristan et Iseult
Η όπερα είχε βαθιά επίδραση στο κατοπινό έργο των δυτικών συνθετών κλασσικής μουσικής, μεταξύ άλλων του Γκούσταβ Μάλερ, του Ρίχαρντ Στράους, του Άλμπαν Μπεργκ καθώς και του Άρνολντ Σένμπεργκ. Θεωρείται ότι η όπερα αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση από τη συμβατική αρμονία και την τονικότητα, που θα οδηγούσαν τελικά την κλασσική μουσική προς την ατονική μουσική του 20ού αιώνα.[1]
N.C. Wyeth-Illustration from page 130 of The Boy's King Arthur: Tristram and Isolde - "'Oh, gentle knight,' said la Belle Isolde, 'full woe am I of thy departing'"
Για τη σύνθεση του έργου, ο Βάγκνερ εμπνεύστηκε από τη σχέση του με την Ματίλντε Βέσεντονγκ, καθώς και από τη φιλοσοφία του Αρθούρου Σοπενάουερ. Έχει ευρέως αναγνωριστεί ως ένα από τα κορυφαία μελοδραματικά έργα του ρεπερτορίου, και εξέχει για την εντατική χρήση μουσικών χρωμάτων, τονικότητας, ορχηστρικών χρωμάτων και αρμονικής καθυστέρησης με χρήση μη συγχορδιακών φθόγγων.
Χαρακτήρες
Ο Τριστάνος, ιππότης (τενόρος)
Η Ιζόλδη, πριγκίπισσα (σοπράνο)
Η Μπρανγκαίνε, καμαριέρα της Ιζόλδης (σοπράνο)
Ο Κούρβεναλ, ακόλουθος του Τρίσταν (βαρύτονος)
Ο Μάρκος, Βασιλιάς της Κορνουάλης (βαθύφωνος)
Ο Μέλοτ, ακόλουθος του βασιλιά και φίλος του Τριστάνου (τενόρος)
ένας βοσκός (τενόρος)
ένας καπετάνιος (βαρύτονος)
ένας ναύτης (τενόρος)
ναύτες, ιππότες, στρατιώτες
Πλοκή Η Ιζόλδη του Aubrey Beardsley, 1895. Απεικόνιση της τραγικής ηρωίδας που πίνει τη φίλτρο του έρωτα για το περιοδικό όπεραςThe Studio magazine.
Ο μύθος του Τριστάνου και της Ιζόλδης είναι πιθανότατα κέλτικης καταγωγής και υπήρξε προϊόν επεξεργασίας των τροβαδούρων του 12ου και 13ου αιώνα Μπερούλκαι Τομάς. Ο τελευταίος συνέθεσε μια διασκευή του μύθου, περίπου το 1170, στην οποία βασίστηκε μεταγενέστερα ο Γερμανός ποιητής Γκότφρηντ φον Στράσμπουργκ (Gottfried von Straßburg). Ανασύνθεση του έπους αυτού επιχείρησε και ο Ιωσήφ Μπετιέ το 1900. Για τη σύνθεση του λιμπρέτου της όπερας, ο Βάγκνερ στηρίχθηκε στην εκδοχή του Στράσμπουργκ. Το έργο μεταφράσθηκε στην ελληνική από τον Νίκο Βεντήρη.
Η πριγκίπισσα Ιζόλδη και η καμαριέρα της, η Μπρανγκαίνη, είναι ζωντανά λάφυρα στο σκάφος του Τρίσταν από την εκστρατεία εναντίον των Ιρλανδών, στο όνομα του βασιλιά Μάρκου της Αγγλίας. Η αποστολή του ήταν να πάρει εκδίκηση για την επίθεση που στο παρελθόν είχαν πραγματοποιήσει οι Ιρλανδοί, να τους νικήσει, και αφού κλείσει ειρήνη μαζί τους, να αρπάξει την πριγκίπισσα και να του την φέρει στην Κορνουάλη για να την παντρευτεί.
Πράξη 1η
Το πλοίο πλέει στα ανοιχτά. Έρχεται από την Ιρλανδία και έχει προορισμό του την Αγγλία. Η Ιζόλδη είναι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη. Πλησιάζοντας την ακτή της Αγγλίας η Ιζόλδη όλο και δέχεται τα τραγούδια των μούτσων του καραβιού που περιγελαστικά την αποκαλούν «το τρελό κορίτσι της Ιρλανδίας».
Ο θυμός και η απόγνωση για το αδιέξοδο της κατάστασής της την κάνουν να στείλει την καμαριέρα της στον Τρίσταν, ο οποίος βρίσκεται στο κατάστρωμα, και να του μεταφέρει να έρθει οπωσδήποτε να δει την Ιζόλδη. Ο τόνος της είναι περιφρονητικός, οργισμένος και γι' αυτό πολύ προστακτικός και τελεσίδικος. Η Μπρανκαίνη χωρίς να καταλαβαίνει τι διαδραματίζεται, αναζητά τον Τρίσταν, ο οποίος με φιλικό αλλά και αδιάφορο τόνο της απαντά πως αυτό δεν γίνεται, γιατί πρέπει να προσέχει στο τιμόνι. Ο ακόλουθος του, ο Κούρβεναλ, βάζει την Μπρανκαίνη στην θέση της πολύ απότομα, ενώ την διώχνει από το κατάστρωμα και οι ναύτες του καραβιού την περιγελούν φωναχτά. Η Μπρανκαίνη επιστρέφει στην πριγκίπισσα, η οποία τότε της εξιστορεί όλη την αλήθεια. Ο Τρίσταν είχε λάβει και παλιότερα μέρος σε μάχες εναντίον των Ιρλανδών. Σε μια από αυτές μάλιστα είχε σκοτώσει και τον αρραβωνιαστικό της, τον πρίγκηπα Μόρολντ. Στην τελευταία μάχη όμως ο Τρίσταν είχε πληγωθεί από ένα δηλητηριασμένο βέλος. Επειδή η πληγή δεν έκλεινε, πήγε κρυφά και μόνος του με μια βάρκα στην Ιζόλδη, η οποία γνώριζε από ιαματικά βότανα, για να τον γιατρέψει. Η Ιζόλδη τον βρήκε αναίσθητο και ετοιμοθάνατο μέσα στη βάρκα και τον μετέφερε στην καλύβα της όπου τον γιάτρεψε. Την ώρα όμως που τον φρόντιζε, αν και εκείνος είχε δώσει ψεύτικο όνομα (Τάντρις) αυτή τον αναγνώρισε από ένα κομμάτι του σπασμένου σπαθιού του Μόρολντ, που ακόμα ήταν σφηνωμένο στο κορμί του. Η Ιζόλδη ήθελε να τον σκοτώσει με το σπαθί του Μόρολντ, αλλά ο Τρίσταν λαβωμένος όπως ήταν, την κοίταξε στα μάτια, και γιαυτό τελικά τον λυπήθηκε έτσι βαριά τραυματισμένος που ήταν και τον άφησε να ζήσει χωρίς όμως να τον συγχωρέσει. Ο Τρίσταν ανάρρωσε και έφυγε, ωστόσο στη συνέχεια επέστρεψε και την έκλεψε, βάζοντας την στο καράβι. Από τότε την αποφεύγει συστηματικά, ή από τύψεις ή από ντροπή.
Με τα λόγια αυτά η Ιζόλδη υπόσχεται εκδίκηση και θέλει να πεθάνει από δηλητήριο και προστάζει την Μπρανγκαίνε να της το βάλει στο ποτήρι. Εκείνη την στιγμή παρουσιάζεται ο Κούρβεναλ και αναγγέλλει, ότι ο Τρίσταν δέχεται να δει την Ιζόλδη. Ο Τρίσταν παρουσιάζεται και λογομαχεί με την Ιζόλδη, ώσπου αυτή τον κατηγορεί, ότι δεν έχει συμφιλιωθεί μαζί της, αφού την στιγμή που οι Ιρλανδοί με τους Άγγλους υπέγραφαν ειρήνη, αυτός ήταν ξαπλωμένος βαριά τραυματισμένος στο έλεος της. Τα λόγια της τον θίγουν, τόσο που τον αναγκάζουν να δεχτεί τους όρους της. Για να επέλθει ειρήνη και να ξεχαστούν τα παλιά πρέπει να πιουν και οι δυο από το ίδιο ποτήρι.
Η Ιζόλδη κάνει νόημα στην Μπρανγκαίνε να φέρει το δηλητήριο. Η Μπρανγκαίνε, τρομαγμένη στην ιδέα ότι θα σκότωνε την πριγκίπισσα, αντί δηλητηρίου χρησιμοποίησε ένα άλλο μπουκάλι, που κατά τύχη περιείχε φίλτρο του έρωτα, και το έδωσε στην Ιζόλδη. Η Ιζόλδη, νομίζοντας ότι θα πεθάνει, άρχισε αμέσως να πίνει από το ποτήρι, ενώ ο Τρίσταν, που ήταν ακόμα θιγμένος, της το αρπάζει από το χέρι και πίνει το υπόλοιπο φίλτρο. Εκείνη την στιγμή νοιώθουν και οι δυο τους την επίδραση του μαγικού υγρού. Ένα δυνατό συναίσθημα τους διαπερνάει.
Χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, το καράβι φτάνει στο λιμάνι, οι ναύτες κατεβαίνουν και χαιρετούν τον βασιλιά στον οποίο με τιμές και τραγούδια παραδίδουν νύφη και πρίγκηπα.
Πράξη 2η Τρίσταν και Ιζόλδητου Ferdinand Leeke.
Είναι νύχτα. Ο βασιλιάς Μάρκος έχει φύγει μαζί με όλη την ακολουθία για κυνήγι. Η Ιζόλδη και η καμαριέρα της έχουν μείνει μόνες τους στο παλάτι. Η Ιζόλδη έχει βγει στον κήπο και περιμένει τον Τρίσταν να γυρίσει κρυφά, όπως είχαν συνεννοηθεί. Η Μπρανγκαίνη προειδοποιεί την Ιζόλδη ότι αυτά που κάνει είναι επικίνδυνα πράγματα, γιατί ο φίλος του Τρίσταν, ο Μέλοτ, υποψιάζεται το πάθος τους και γι' αυτό τους παρακολουθεί για να τους μαρτυρήσει στον βασιλιά. Η Ιζόλδη αψηφά τα λόγια της και δίνει το σύνθημα στον Τρίσταν που περιμένει. Σβήνει τον φανό για να σκοτεινιάσει καθώς ο Τρίσταν καταφθάνει.
Καλλιτέχνης
Giovanni dal Ponte
Τίτλος Δύο ζευγάρια - Πάρις και η Ελένη, Τριστάνος και Iseult.
Ημερομηνία 1410s
Μέσον τέμπερα και χρυσό σε ξύλο
Διαστάσεις 33 × 78 εκατοστά (13 × 30,7 in)
Το παράνομο ζευγάρι, μόνοι τους επιτέλους και απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς του παλατιού, δηλώνουν το πάθος τους ο ένας για τον άλλον, φιλοσοφώντας όπως όλοι οι παράφορα ερωτευμένοι. Ο Τρίσταν καταριέται το φως της ημέρας που τους κρατάει χώρια. Μόνο με την προστασία της σκοτεινιάς της νύχτας μπορούν αληθινά να είναι μαζί, και μόνο ο αιώνιος θάνατος θα μπορέσει να τους ενώσει αληθινά και παντοτινά. Η Μπρανκαίνη φοβάται την επιστροφή του βασιλιά και είναι σε εγρήγορση. Κάθε λίγο τους προειδοποιεί ότι κοντεύει να ξημερώσει, αλλά οι εραστές την αγνοούν. Τελικά με τις πρώτες ακτίνες της χαραυγής θα συμβεί το αναπόφευκτο. Ο βασιλιάς γυρίζει, κατόπιν ειδοποίησης του Μέλοτ, και βρίσκει τον Τρίσταν και την Ιζόλδη αγκαλιασμένους. Ο Μέλοτ αμέσως καυχιέται στον βασιλιά ότι του έσωσε την τιμή και επιδεικνύοντας του το απαγορευμένο ζευγάρι, ότι τον προφύλαξε από την ντροπή. Ο βασιλιάς Μάρκος, ο οποίος αντιμετώπιζε τον Τρίσταν σαν παιδί του, είναι πολύ απογοητευμένος από την «προδοσία» του. Αν και είναι βαθιά απαρηγόρητος για την οφθαλμοφανή πράξη του Τρίσταν, δεν θα τον τιμωρήσει. Αντιδρά στα λόγια του Μέλοτ λέγοντάς του ότι με το περιστατικό αυτό, αντίθετα, τον πλήγωσε πάρα πολύ, γιατί ο Τρίσταν είναι ο πιο αξιότιμος ιππότης και αγαπημένο υιοθετημένο του παιδί. Απευθύνει τον λόγο στον Τρίσταν λέγοντας του ότι είναι τρομερά λυπημένος γιαυτό πού έγινε. Χωρίς να κάνει καμιά εκδικητική ή άλλη κίνηση τον ρωτάει γιατί το έκανε αυτό;
N.C. Wyeth-Illustration from page 190 of The Boy's King Arthur: "King Mark slew the noble knight Sir Tristram as he sat harping before his lady la Belle Isolde."
Ο Τρίσταν, αντί να απαντήσει και μάλλον έτοιμος να αυτοκτονήσει, ρωτά την Ιζόλδη εάν θα τον ακολουθήσει στα σκοτάδια της αιώνιας νύχτας, και αυτή του το επιβεβαιώνει. Ο Τρίσταν παίρνει την Ιζόλδη από το χέρι και οι δυο ετοιμάζονται να φύγουν μόνοι τους και να εγκαταλείψουν το παλάτι. Ο Μέλοτ προσβάλει τον Τρίσταν, οπότε και ο Τρίσταν αποκαλύπτει τα αληθινά κίνητρα του Μέλοτ -- είναι και αυτός ερωτευμένος με την Ιζόλδη και γιαυτό τον πρόδωσε, για να τον βγάλει από την μέση. Ξεσπάει μια άγρια ξιφομαχία μεταξύ τους, κατά την οποία ο Μέλοτ θα πληγώσει θανάσιμα τον Τρίσταν.
Πράξη 3η
Βρισκόμαστε στον πύργο Κάρεολ της Βρετάνης, την πατρίδα του Τρίσταν.
Ο Κούρβεναλ φυγάδευσε τον βαριά λαβωμένο Τρίσταν και τον έχει μεταφέρει στο κάστρο του στην Βρετάνη. Ο Τρίσταν είναι σε κώμα ετοιμοθάνατος και δεν έχει δείξει κανένα σημείο ζωής από τότε που τραυματίστηκε. Επειδή η πληγή του δεν κλείνει, ο Κούρβεναλ ειδοποίησε την Ιζόλδη να έρθει, προκειμένου να τον γιατρέψει, καθώς η ίδια γνωρίζει από ιαματικά βότανα. Ο Κούρβεναλ είναι μέρα νύχτα στο προσκέφαλο του Τρίσταν, ενώ ένας μικρός τσοπάνος έξω κρατάει βάρδια για να ανακοινώσει τον ερχομό της Ιζόλδης.
Ο Τρίσταν κάποια στιγμή επανέρχεται στην ζωή. Μέσα στο παραλήρημα του ζητάει να δει την Ιζόλδη. Αναπολεί την παιδική του ζωή, κατά την οποία δεν γνώρισε αγάπη και οικογενειακή θαλπωρή. Ο πατέρας του είχε πεθάνει χωρίς να δει το παιδί του, ενώ η μητέρα του πέθανε λεχώνα. Το φίλτρο που είχε πιει συνεχίζει την επίδραση του και μάλιστα όλο και περισσότερο, κάνοντάς τον να έχει μια σκέψη μόνο στο μυαλό. Ο πόθος του για την Ιζόλδη που λείπει είναι τόσο έντονος που τον σκοτώνει, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος αυτός ο πόθος του για να την ξαναδεί τον κρατάει στην ζωή. Καταριέται τη μοίρα του που δεν τον αφήνει να πεθάνει, αλλά τον κρατάει σε αυτή την κατάσταση να ταλαντεύεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μορφή της Ιζόλδης έχει πάρει στο μεταξύ τέτοιες διαστάσεις, που είναι σχεδόν απτή αν και απούσα. Ο Κούρβεναλ για να τον παρηγορήσει του λέει ότι η Ιζόλδη έρχεται να τον δει. Ο Τρίσταν νομίζει ότι η Ιζόλδη είναι ήδη κοντά του και ζητάει όλο και πιο επίμονα να την δει, νομίζοντας ότι κάποιος την εμποδίζει. Ο Κούρβεναλ βρίσκεται σε αφόρητο αδιέξοδο.
Ξαφνικά ο μικρός τσοπάνος ανακοινώνει την άφιξη ενός πλοίου. Μέσα του είναι η Ιζόλδη, η οποία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Κούρβεναλ και τρέχει να δει τον λαβωμένο Τρίσταν. Εκείνος μαθαίνει για την άφιξή της και σηκώνεται να την προϋπαντήσει. Στη συνάντηση που ακολουθεί, ο Τρίσταν ξεψυχάει στην αγκαλιά της Ιζόλδης με το όνομά της στα χείλη του. Η Ιζόλδη προσπαθεί μάταια να τον επαναφέρει στην ζωή. Είναι απαρηγόρητη αφού δεν μπορεί να φανταστεί την ζωή της χωρίς τον αγαπημένο της.
Ένα δεύτερο πλοίο παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Μέσα είναι η Μπρανκαίνη, ο βασιλιάς Μάρκος, ο Μέλοτ και αρκετοί στρατιώτες. Φτάνοντας στο λιμάνι οι στρατιώτες ορμούν στον πύργο. Ο Κούρβεναλ ενεργοποιεί τη στρατιά του νεκρού Τρίσταν και ακολουθεί μια αιματηρή μάχη. Ο Κούρβεναλ εκδικείται τον Τρίσταν σκοτώνοντας τον Μέλοτ, πριν πεθάνει και αυτός. Μόνος μένει ο βασιλιάς μέσα στο πεδίο της μάχης. Πλησιάζει τον νεκρό Τρίσταν, τον θρηνεί σαν παιδί του, του ζητά συγγνώμη και του λέει ότι έδωσε την συγκατάθεσή του και ήρθε να τους στεφανώσει, αφού η Μπρανγκαίνε του είχε προηγουμένως διηγηθεί όλη την ιστορία, ότι δηλαδή η παράνομη σχέση δεν ήταν δείγμα απιστίας, αλλά προϊόν της επίδρασης του φίλτρου που είχαν πιει. Γι' αυτό και εκείνος είχε αφήσει την Ιζόλδη να φύγει μόνη της ώστε να έρθει γρήγορα στο πλευρό του. Τώρα όμως είναι πολύ αργά -- το αποτέλεσμα, ένα φριχτό πεδίο μάχης. Ο βασιλέας θρηνεί.
Περιγραφή Ο θάνατος του Τριστάνου και Ιζόλδη, μικρογραφία του XV αιώνα
Mort de Tristan et Iseut, enluminure de Tristan de Léonois, Γαλλία, Ahun, XVe siècle, BNF, Fr.116, f.676v Ημερομηνία 15γ
Η Ιζόλδη ξεψυχά και αυτή στην αγκαλιά του ήδη νεκρού αγαπημένου της. Με τα τελευταία λόγια της εξυμνεί την αγάπη και την αιώνια αφοσίωση.
Η Πρεμιέρα Οι πρωταγωνιστές Τριστάνος και Ιζόλδη στην πρεμιέρα της όπερας το 1865.
Το Τριστάνος και Ιζόλδη είναι μια από τις πιο απαιτητικές και γιαυτό δυσκολότερες όπερες. Αν και το Παρίσι ήταν το κέντρο του κόσμου της όπερας στα μέσα του 19ου αιώνα, εξαιτίας της άσχημης προγενέστερης εμπειρίας του Βάγκνερ με την πρεμιέρα του Τανχόυζερ στο Παρίσι το 1861, πρόθεσή του ήταν να ανεβάσει το έργο στην όπερα της Καρλσρούης. Κατά την διάρκεια της διαμονής του στηΒιέννη, η όπερα της Βιέννης του πρότεινε να γίνει εκεί η πρεμιέρα. Παρ' όλες τις εντατικές πρόβες, από το 1862 μέχρι και το 1864, η όπερα δεν έφτασε σε ικανοποιητικό επίπεδο και για αυτό θεωρήθηκε αδύνατο να εκτελεστεί.
Με την οικονομική υποστήριξη του βασιλιά Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας στάθηκε δυνατό να χρηματοδοτηθεί η παράσταση και να συνεχιστούν οι πρόβες. Ως διευθυντής της ορχήστρας, επιλέχθηκε ο Χανς φον Μπούλο, για την πρεμιέρα που στο μεταξύ είχε προοριστεί για την όπερα του Μονάχου. Αναβλήθηκε όμως για ένα μήνα επειδή η πρωταγωνίστρια Ιζόλδη είχε πάθει βράχνιασμα. Η πρεμιέρα τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου του 1865. Τρεις εβδομάδες μετά από την τέταρτη παράσταση, πέθανε ξαφνικά ο πρωταγωνιστής Ludwig Schnorr von Carolsfeld, γεγονός που οδήγησε σε φημολογία, σύμφωνα με την οποία οι υπερβολικές απαιτήσεις του ρόλου είχαν συμβάλει στο θάνατό του.
Σημασία και επιρροή στην μετέπειτα κλασσική μουσική
Η μουσική της όπερας Τριστάνος και Ιζόλδη θεωρείται ορόσημο στην ανάπτυξη της δυτικής μουσικής.[2] Ο Βάγκνερ χρησιμοποιεί πολλά ορχηστρικά χρώματα, αρμονίες και πολυφωνικούς σχηματισμούς και δημιουργεί έτσι μια ελευθερία που σπάνια βρίσκεται σε προηγούμενες όπερες του. Η αρχή του κομματιού, γνωστή ως «συγχορδία του Τριστάνου», έχει μεγάλη σημασία στην εξέλιξη από την παραδοσιακή τονική αρμονία διότι περιλαμβάνει όχι μία αλλά δύο διαφωνίες:[3] Ηχογράφηση των πρώτων μέτρων (αρχείο Ogg Vorbis) (αρχείο MIDI file)
Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Borchmeyer, Dieter (2003), Drama and the World of Richard Wagner, Princeton University Press. ISBN 978-0-691-11497-2
Brown, Jonathan (2000). Tristan Und Isolde on Record. Westport, CT: Greenwood Press. ISBN0313314896.
Gutman, Robert W. (1990), Wagner - The Man, His Mind and His Music, Harvest Books. ISBN 978-0-15-677615-8
Magee, Bryan (2001), The Tristan Chord: Wagner and Philosophy, Metropolitan Books. ISBN 978-0-8050-7189-4
Millington, Barry (Ed.) (1992). The Wagner Compendium: A Guide to Wagner's Life and Music. Thames and Hudson Ltd., London. ISBN 0-02-871359-1
Scruton, Roger (2004), Death-Devoted Heart: Sex and the Sacred in Wagner's Tristan and Isolde. Oxford University Press ISBN 0-19-516691-4
Wagner, Richard; Andrew Porter (trans.) (1981). Tristan and Isolde. London: J. Calder. ISBN0-7145-3849-3. Includes libretto, English translation and commentaries.
Ενδεικτική δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ (γερμ. Wilhelm Richard Wagner) γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία της Ιταλίας. Ήταν πρωτοποριακός Γερμανός ρομαντικός συνθέτης, ποιητής και μουσικολόγος του 19ου αιώνα.
Βιογραφικά Στοιχεία
Παιδικά και νεανικά χρόνια
O συνθέτης γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και ήταν το ένατο παιδί ενός γραφέα της Αστυνομίας, του Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ (Carl Friedrich Wagner) και της Γιοχάννα Ροσίνε Βάγκνερ, κόρης αρτοποιού. Έξι μήνες μετά τη γέννησή του, στις 23 Νοεμβρίου 1813, πεθαίνει ο πατέρας του από τύφο. Τον Αύγουστο του 1814 η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον ηθοποιό, ζωγράφο και ποιητή Λούντβιχ Γκάιερ (Ludwig Geyer), που θα νοιαστεί για τα παιδιά και τον οποίο ο Βάγκνερ θα εκτιμήσει πολύ. Εικασίες ότι ο Γκάιερ ήταν και ο πραγματικός πατέρας του Ρίχαρντ Βάγκνερ ούτε επιβεβαιώθηκαν, αλλά ούτε και διαψεύστηκαν. Φήμες ότι ο Γκάιερ ήταν Εβραίος, που ίσως πίστευε και ο ίδιος ο Βάγκνερ, σήμερα έχουν αποδειχτεί καθαρά λανθασμένες. Το 1814, η οικογένεια θα μετακομίσει στη Δρέσδη. Στις 16 Φεβρουαρίου θα γεννηθεί η ετεροθαλής αδερφή του Βάγκνερ Σεσίλια (Cäcilie).
Το 1817 ο Βάγκνερ πηγαίνει σχολείο. Δύο χρόνια αργότερα ο θετός του πατέρας αρρωσταίνει και τελικά πεθαίνει στις 30 Σεπτεμβρίου 1821. Ο θείος του Κάρολος Γκάιερ (Karl Geyer) θα αναλάβει την ανατροφή. Το 1822 ο Βάγκνερ φοιτά στη Σχολή Κρόυτς (Kreuzschule) της Δρέσδης με το όνομα Βίλχελμ Ρίχαρντ Γκάιερ (Wilhelm Richard Geyer). To 1826 η οικογένεια θα μετακομίσει στην Πράγα. Ο Βάγκνερ θα παραμείνει στη Δρέσδη, όμως επισκέφθηκε την οικογένεια, την πρώτη φορά το 1826, το 1827 για δεύτερη φορά. Από τα Χριστούγεννα του 1827 θα μετακομίσει στον τόπο καταγωγής της οικογένειας, τη Λειψία, όπου και θα φοιτήσει υπό το όνομα Βάγκνερ στη Σχολή Νικολάϊ (Nikolaischule) και στη Σχολή Τόμας (Thomasschule) και θα επηρεαστεί από τον θείο του, τον Αδόλφο Βάγκνερ. Πρώτος του μουσικοδιδάσκαλος ήταν ο Γκότλιμπ Μύλλερ και πρώτο του έργο μια εισαγωγή που εκτελέστηκε στο θέατρο της Λειψίας το 1830. Ο Βάγκνερ διάβαζε Σαίξπηρ και τους ρομαντικούς, όπως τον ποιητή Ε.Τ.Α. Χόφμαν (E.T.A. Hoffmann). Στα 16 του θα ακούσει τη σοπράνο Βιλελμίνε Σρέντερ-Ντέβριεντ (Wilhelmine Schröder-Devrient) στον Φιντέλιο του Μπετόβεν. Από εκείνη τη στιγμή ήξερε ότι ήθελε να γίνει μουσικός και συνέθεσε σύντομα τις πρώτες του σονάτες, ένα κουαρτέτο για βιολιά και την ατελή προσπάθεια όπερας Ο Γάμος (Die Hochzeit). Από το 1831 θα σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Παράλληλα έπαιρνε μαθήματα σύνθεσης από τον διευθυντή της χορωδίας της Λειψίας Κρίστιαν Τέοντορ Βάινλιγκ (Christian Theodor Weinlig), στον οποίο και θα αφιερώσει το πρώτο του έργο (Σονάτα για Πιάνο σε σι ύφεση μείζονα). Το 1832 θα συνθέσει τη «Συμφωνία σε ντο μείζονα» και ταξιδεύει για τρίτη φορά στην Πράγα.
Ήταν μέλος της φοιτητικής ένωσης "Corps Saxonia Leipzig", από την οποία τελικώς θα αποκλειστεί, αφού επανειλημμένα θα καταχραστεί τη σύνταξη της μητέρας του λόγω της δυσχερούς του οικονομικής κατάστασης. Το σχόλιό του για τον αποκλεισμό ήταν «Εγώ είμαι μια μεγαλοφυΐα! Για μένα μετράνε άλλες αξίες!».
Το 1833 θα εντυπωσιαστεί μέσω του συγγραφέα και εκδότη Χάινριχ Λάουμπε (Heinrich Laube) από τις ιδέες μιας επαναστατικής λογοτεχνικής κίνησης, της «Νέας Γερμανίας». Παράλληλα, θα ξεκινήσει τη σύνθεση της όπερας Οι Νεράιδες. Στην εφημερίδα του Λάουμπε θα γράψει ένα άρθρο με τον τίτλο «Η Γερμανική Όπερα» και θα επισκεφθεί για τέταρτη φορά τη Βοημία. Ως μουσικός διευθυντής της θερινής σεζόν στο Μπαντ Λάουχστεντ (Bad Lauchstädt) και του θεάτρου στο Μαγδεβούργο(Magdenburg) θα γνωρίσει την ηθοποιό Μίνα Πλάνερ (Minna Planer).
Τα υπόλοιπα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ταραχώδης ζωή του τον οδήγησε από τη Λειψία στη Ρίγα, στο Παρίσι, στη Δρέσδη, στη Ζυρίχη, στο Μπίμπριχ (κοντά στον ποταμό Μάιντς), στη Βιέννη, στη Λίμνη Στάρνμπεργκ, στο Μόναχο, στη Λουκέρνη, στο Μπαϊρόιτ, παραλείποντας άλλα μέρη βραχυπρόθεσμης παραμονής του. Οι συχνές αυτές μετακινήσεις του οφείλονταν στη δίωξη του από δανειστές του ή από εξοργισμένες κυβερνήσεις. Συχνά επίσης καταχράστηκε χρήματα από τις συζύγους των φίλων του ως αυτονόητο τίμημα που έπρεπε να καταβάλλουν στη μεγαλοφυΐα του.
Ο Βάγκνερ παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τη Μίνα Πλάνερ, και τη δεύτερη με την κόρη τού Λιστ, Κόζιμα, η οποία εγκατέλειψε για τον Βάγκνερ τον πρώτο της σύζυγο, τον διάσημο πιανίστα Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος ήταν παράλληλα και ένας από τους πλέον αφοσιωμένους οπαδούς του Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ ήταναντισημίτης και ξενόφοβος και τα χαοτικά φυλλάδιά του ενθουσίασαν, κατά τον 20ο αιώνα, τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι τα έργα του Βάγκνερ είναι τα πλέον κατάλληλα ακούσματα για τα αυτιά των γνήσιων Γερμανών. Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες δέκα από τις δεκατρείς όπερές του κατέχουν εξέχουσα θέση στο διεθνές ρεπερτόριο της Όπερας. Πρόκειται για πραγματικά αριστουργήματα, που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της μουσικής.
Ο Βάγκνερ μεταμόρφωσε την όπερα σε «μουσικό δράμα» (Musikdrama): σε ένα ιδανικό μείγμα μουσικής, ποίησης, χορού και οπτικής απόλαυσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βάγκνερ διαφωνούσε έντονα με το χαρακτηρισμό των έργων του ως «μουσικών δραμάτων», διότι πίστευε πως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν απέδιδε την ουσία του συνθετικού του έργου. Για αυτόν «η μουσική είναι μία τέχνη ομιλούσα και δρώσα, ενώ η μουσική μορφή είναι μια μορφή έκφρασης, μια διατύπωση. Μια διατύπωση, όμως, είναι ολοκληρωμένη όταν είναι σε τέτοιο βαθμό προσφυής ως προς το περιεχόμενο που εκφράζει, ώστε η ίδια να παραμένει απαρατήρητη. Η μουσική μορφή είναι ένα μέσο που αφομοιώνεται στη λειτουργία την οποία εκτελεί χωρίς να αποκτά αυτόνομη ύπαρξη και σημασία.»[1] Σημαντική θέση στην επαναστατική σύλληψη ενός τέτοιου συνδυασμού μουσικής και δραματουργίας κατέχει η συστηματική χρήση αυτού που αποκαλούμε καθοδηγητικό μοτίβο, ή αλλιώς "leit motiv". Η χρήση του καθοδηγητικού μοτίβου (που έφθασε στο απόγειό της στον κύκλο Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν) συνίσταται στην αξιοποίηση ενός μοτίβου ή μουσικού θέματος ως «εκπρόσωπου» για κάθε ήρωα, αντικείμενο ή βασική ιδέα του έργου (ή πολλών έργων στην περίπτωση του Δαχτυλιδιού). Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται δεκτικό αλλοιώσεων, επεξεργασίας ή και συνδυασμού με άλλα μοτίβα, ανάλογα με τις δραματουργικές ανάγκες του έργου. Ο Βάγκνερ διεύρυνε τους ορίζοντες του αρμονικού συμβάντος της εποχής του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από μουσικό πλούτο και περιπλοκότητα. Προετοίμασαν δε το έδαφος για πολλές από τις μουσικές εξελίξεις του επόμενου αιώνα. Άλλη σημαντική προσφορά του Βάγκνερ ήταν η πρωτοβουλία του (και η καθοριστική συμβολή του στη χρηματοδότηση) για την ανέγερση ενός εκπληκτικού θεάτρου, του Festpielhaus στο Μπαϊρόιτ (Βαυαρία) όπου τα έργα του θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε ιδεώδεις για την εποχή συνθήκες.
Τα εξής έργα του διάλεξε να παίζονται συστηματικά στην όπερα του Μπαϊρόιτ: Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (1840–1841) Ο Τάνχόϊζερ και ο Διαγωνισμός των Τραγουδιστών του Βάρτμπουργκ (1842–1845) Λόενγκριν (1845–1848) Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν Ο Χρυσός του Ρήνου (1851–1854) Βαλκυρία (1851–1856) Ζίγκφριντ (1851–1871) Το Λυκόφως των Θεών (1848–1874) Τριστάνος και Ιζόλδη (1856–1859) Ο Αρχιτραγουδιστής της Νυρεμβέργης (1845–1867) Πάρσιφαλ (1865–1882) Μνημείο του Βάγκνερ στην Πίρνα
Μουσικά Έργα
Symphonie C-Dur
Symphonie E-Dur (ημιτελής)
Ο Δείπνος των Αποστόλων για χορωδία και ορχήστρα (1843)
Φαντασία για πιάνο (1831)
Τρεις Σονάτες για πιάνο
Σονάτα για πιάνο B-Dur (1831)
Σονάτα για πιάνο A-Dur (1832)
Σονάτα για πιάνο As-Dur (1853)
Το Βαλς της Ζυρίχης για πιάνο (1854)
Ο Κύκλος Τραγουδιών Βέζεντονγκ
Το ειδύλλιο του Ζίγκφριντ για μικρή ορχήστρα (1870)
Το Πρελούδιο του Βασιλιά Έντσιο (1832)
Το Πρελούδιο του Κολόμβου (1835)
Πολωνία, C-Dur (1836)
Rule Britannica, D-Dur (1837)
Ένα Πρελούδιο του Φάουστ, d-moll (1844)
Ankunft bei den schwarzen Schwänen - Albumblatt in As-Dur für Klavier in As-Dur (1861)
Huldigungsmarsch für Ludwig II. von Bayern, Es-Dur (1864)
Αυτοκρατορικό Εμβατήριο, B-Dur (1871)
Μέγα Εορταστικό Εμβατήριο, G-Dur (1876)
Σύμφωνα με τον κατάλογο εγγραφής τα έργα του Βάγκνερ ανέρχονται σε 113.
Συγγράμματα
Ο Βάγκνερ εκτός από τα μουσικά έργα έγραψε πολλά δοκίμια θεωρίας μουσικής, φιλοσοφίας, πολιτικής, διηγήματα κ.ά., μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα:
Τέχνη και Επανάσταση (1849)
Όπερα και Δράμα (1851)
Το εβραϊκό στοιχείο στη Μουσική (1850)
Η Τέχνη στο Μέλλον (1850) Beethoven: Μία συμβολή στη φιλοσοφία της μουσικής (σε ελλην. έκδοση: μετάφραση Ιωάννης Φούλιας, εισαγωγή-επιμ. Μ. Τσέτσος, εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 2013)
Η Ζωή μου - Αυτοβιογραφία σε 16 τόμους
Βιβλιογραφία
Wilhelm Richard Wagner, Gesammelte Schriften und Dichtungen, τόμος 5ος, σελ. 187-188
Ντισπό, Λωράν, «Βάγκνερ και πάλι Βάγκνερ [Η σχέση του προς τον Φρ. Νίτσε]». Μετάφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος. Διαβάζω 91 (1984), 34-37.
Millington, Barry (Ed.) (1992). The Wagner Compendium: A Guide to Wagner's Life and Music. Thames and Hudson Ltd., London. ISBN 0-02-871359-1 page 301
Rose, John Luke in Tristan und Isolde (1981)(Cambridge Opera Handbooks) Cambridge University Press ISBN 0-7145-3849-3, page 15.
Magee, Bryan (2001), The Tristan Chord: Wagner and Philosophy, Metropolitan Books. ISBN 978-0-8050-7189-4 page 208.
Για μια πλήρη καταγραφή, δείτε σχετικά τη δισκογραφία της όπερας.
Brown, p. 36
Brown, p. 13
Brown, p. 16
Brown, pp. 14-15
Εξωτερικοί σύνδεσμοι